Κωνσταντίνος Μπαλατσός
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μπαλατσός

Ζούμε σε μια εποχή στην οποία ο κόσμος αλλάζει άρδην· οτιδήποτε θεωρούσαμε χθες δεδομένο, το αύριο μας το αμφισβητεί και το μεθαύριο μας το παίρνει. Οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές, η ταχύτητα της πληροφορίας έχει υπερκεράσει κάθε εμπόδιο και οι παράγοντες που κινητοποιούν τα συλλογικά υποκείμενα (έθνη-κράτη) είναι τόσο πολυσύνθετοι, ώστε οποιοσδήποτε αναστοχάζεται πάνω στο διεθνές γίγνεσθαι βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν κυκεώνα πληροφοριών, τον οποίο πρέπει να «δαμάσει» για βρει την χρυσή τομή. Πάντοτε όμως υπάρχουν κάποιες σταθερές που δεν ξεθωριάζουν στο πέρασμα του χρόνου, φανερώνοντάς μας -τουλάχιστον- τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να κινηθούμε.

Μία από αυτές, κατά τη γνώμη μου και η πιο κύρια, είναι ότι η διεθνής πολιτική δεν συνιστά ένα πεδίο στο οποίο δραστηριοποιούνται έλλογα υποκείμενα με σκοπό να φτάσουν στην ηθική ολοκλήρωση και να ζήσουν σε έναν κόσμο «αιώνιας ειρήνης». Το σύμπαν της διεθνούς πολιτικής είναι άναρχο, σκοτεινό, επικίνδυνο, γεμάτο αντιφάσεις, ανατροπές και υπόγεια κίνητρα. Οι όποιες συμμαχίες χτίζονται βάσει κοινών συμφερόντων και αρκεί μία καινούρια παράμετρος για να γκρεμίσει την άλλοτε φιλία μεταξύ δύο κρατών. Ουσιαστικά, τα κράτη αν θέλουν να έχουν πιθανότητες πραγματικής επιβίωσης σε αυτόν τον κόσμο, οφείλουν να σκέφτονται ότι είναι μόνα τους και να λογαριάζουν όλα τα υπόλοιπα κράτη που έρχονται σε άμεση επαφή μαζί τους ως δυνητικούς αντιπάλους. Όπως μια παρτίδα πόκερ, όλοι οι παίκτες ενδιαφέρονται για την νίκη ανεξάρτητα από τα φύλλα που έτυχε να κρατούν στα χέρια τους. Πολλοί, διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, θα αναρωτηθούν αν είναι πράγματι τόσο χαώδης η διεθνής πολιτική. Μπορεί και όχι. Όμως, έτσι πρέπει να την σκεφτόμαστε και βάσει αυτής της σταθεράς να πορευόμαστε. Άλλωστε, έχουμε την «τύχη» ως χώρα να συνυπάρχουμε με έναν γείτονα που μας την θυμίζει κάθε ξεχωριστή μέρα.

Η στρατηγική του Ελσίνκι στόχευε στην ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, πιστεύοντας ότι κάτι τέτοιο πράγματι επιθυμούσε και η Τουρκία. Πίστευαν, ότι η Τουρκία θα απεκδυθεί την ανατολίτικη φορεσιά της και θα υιοθετήσει τις αξίες και τους θεσμούς της Δύσεως. Η πραγματικότητα όμως είναι ακόμη πιο σκληρή όταν αρχίζει να διαφαίνεται μετά από διαδοχικές πλάνες. Αυτό που κατάφερε η τουρκική εξωτερική πολιτική είναι να πείσει όλη την Δύση για τις καλές της προθέσεις, εκμεταλλευόμενη στο έπακρο τα προνόμια που προέκυψαν από αυτή την «ευρωπαϊκή πορεία». Τελικά, οι παροχές της Δύσης στράφηκαν εναντίον του ίδιου της του εαυτού και η Τουρκία έδειξε σε όλο τον κόσμο το πραγματικό της πρόσωπο.

Η Αγιά Σοφιά πλέον, έστω και τυπικά, δεν ανήκει σε όλη την οικουμένη. Η άλλοτε Εκκλησία της Παναγιάς, ο «Παρθενώνας» του Χριστιανισμού, θα προσφέρεται μονάχα ως τόπος λατρείας στους μουσουλμάνους. Οι αντιδράσεις της διεθνούς κοινότητας; Προς το παρόν χλιαρές. Θέλω όμως να επικεντρωθώ περισσότερο στα καθ’ ημάς, διότι όπως διατύπωσε και ο Θουκυδίδης δια στόματος Περικλή στον Επιτάφιο: «φοβάμαι περισσότερο τα δικά μας λάθη». Λίγες μέρες πριν, δημοσιεύτηκαν διάφορα άρθρα από γνωστούς δημοσιογράφους, οι οποίοι έθεταν το ζήτημα του υποτιθέμενου ελληνικού μαξιμαλισμού και το «αν αξίζει να πεθάνουμε για το Καστελορίζο». Προφανώς, όλοι αυτοί οι δημοσιογράφοι αλλά και ακαδημαϊκοί μας προτείνουν χάριν της ειρήνης να θυσιάσουμε λίγη από την εθνική μας κυριαρχία. Θέτουν όμως λάθος ερώτημα. Αυτό που πρέπει να αναρωτηθεί κάθε εχέφρων πολίτης είναι «πώς φτάσαμε ως εδώ;» ή «πώς καταντήσαμε να παζαρεύουμε την εθνική μας κυριαρχία;». Και  σε αυτό το σημείο αναδύεται η δεύτερη σταθερά που ήθελα να θίξω: υποχωρητικότητα. Στην πραγματικότητα δεν είναι η πρώτη φορά που μας προτρέπουν οι ίδιοι άνθρωποι να υποχωρήσουμε χάριν της σταθερότητας και της ειρήνης. Το ίδιο έπραξαν και στην κρίση των Ιμίων, όταν έθεταν ειρωνικά το ερώτημα «αξίζει να πεθάνουμε για βράχους;», ξεχνώντας ότι 3 παλικάρια έδωσαν την ζωή τους. Το ίδιο έκαναν και με την επαίσχυντη «Συμφωνία των Πρεσπών», μία από τις μεγαλύτερες αποτυχίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία δεν υποχώρησε μόνο στο όνομα αλλά στην γλώσσα και στην ιθαγένεια, καθώς αναγνώρισε την ύπαρξη «μακεδονικής» ιθαγένειας και γλώσσας. Τί συμβαίνει λοιπόν με το δόγμα «ειρήνη μέσω υποχώρησης»; Το μοναδικό που καταφέρνουμε είναι να ανοίγουμε ακόμη περισσότερο τις ορέξεις των επίβουλων γειτόνων μας και να καταλήγουμε από την μία υποχώρηση στην άλλη, θέτοντας εν τέλει σε κίνδυνο την ίδια την ελευθερία μας. Σε καιρούς οι οποίοι επιτάσσουν την αμέριστη προσοχή όλων των προσώπων που έχουν πρόσβαση στον δημόσιο διάλογο, είναι εξόχως επικίνδυνο να ακούγονται φωνές υποχωρητικότητας, καθώς ο γείτονας μας μελετάει ενδελεχώς και χρησιμοποιεί οτιδήποτε ακούγεται στην ελληνική δημόσια σκηνή.

Πρέπει πάντοτε να θυμόμαστε τον σοφό λόγο του Θουκυδίδη, τον πατέρα των διεθνών σχέσεων και τόσο λησμονημένο στην πατρίδα μας, σχετικά με την αναγκαιότητα που διέπει την εσωτερική λειτουργία κάθε υποχωρητικότητας:
«αν υποχωρήσετε, τότε εκείνοι απλώς θα σας απειλήσουν με κάτι ακόμα σοβαρότερο άπαξ και δουν ότι υποκύψατε από φόβο. Αλλά αν μείνετε σταθεροί, θα τους καταστήσετε σαφές ότι οφείλουν να σας φέρονται σαν ίσοι προς ίσους […] Όταν οι γείτονες παρακάμπτουν τη διαδικασία και αρχίζουν να εγείρουν απαιτήσεις, μεγάλες ή μικρές, προς όμοιούς τους, αυτό με ένα πράγμα ισοδυναμεί πάντα: την υποδούλωση».