Αντώνης Βλάχος
Γράφει ο Αντώνης Βλάχος

Στην καθημερινή ζωή ένα είναι το θέμα που ταλανίζει την πλειονότητα των ανθρώπων: οι σχέσεις τους με τα άλλα άτομα. Αυτό, βέβαια, δεν είναι κάτι το εξωπραγματικό. Από γενέσεως κόσμου ήδη ο άνθρωπος επιδιώκει να εντάσσεται σε ένα σύνολο εντός του οποίου διαβιοί κι αναπτύσσεται, καταξιώνεται και ολοκληρώνεται. Ποτέ μόνος του. Πάντοτε υπό την επήρεια των γύρω του. Ως «ζώον κοινωνικόν», δε θα μπορούσε να κάνει και διαφορετικά. Τι είναι αυτό, όμως, που προσελκύει τον καθένα μας ώστε να οικειοποιούμαστε εαυτούς και αλλήλους;

Οι επιταγές των θετικών-πρακτικών επιστημών έχουν καταλήξει ότι τα ετερώνυμα έλκονται κι ότι αυτό μονάχα μπορεί να συμβεί ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς πόλους. Με άλλα λόγια, παρομοιάζονται δύο άνθρωποι ως δύο μαγνήτες που οι διαφορετικοί πόλοι τους μόνο έλκονται κι αυτό επειδή το ορίζει η φύση. Πόλοι με το ίδιο πρόσημο-θετικό ή αρνητικό-αδυνατούν να επιτελέσουν οποιαδήποτε έλξη και να ασκήσουν οποιαδήποτε δύναμη ώστε να επιτελεστεί η οποιαδήποτε κίνηση. Παραβάλλοντας το παράδειγμα αυτό με την καθημερινή ζωή και τις διαπροσωπικές σχέσεις που δημιουργεί και διαμορφώνει ο άνθρωπος, έχει υιοθετηθεί αυτή ακριβώς η άποψη: η διαφορετικότητα στον χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, τον τρόπο ζωής αποτελεί τον μοναδικό τρόπο έλξης. Ας το κοιτάξουμε, όμως, διαφορετικά.

Ας  παρακάμψουμε την άποψη της επιστήμης και ας τηρήσουμε αυστηρώς «ανθρωπολογικά» κριτήρια. Κάτι τέτοιο είναι αδύνατο να συμβεί. Από τις φιλικές του σχέσεις μέχρι τις αυστηρά προσωπικές του, επιζητά ένα κοινό σημείο τριβής με τον έτερο. Ας αναλογιστούμε το «κακό» που θα συνέβαινε αν, παραδείγματος χάριν,  υπήρχε φοβερή διάσταση απόψεων ανάμεσα σε ένα ζευγάρι ως προς το αν η απιστία είναι κάτι το κατακριτέο ή όχι. Ίσως αυτό να ήταν πεδίο έντονης διαμάχης και κατασταλτικός παράγοντας ώστε η συγκεκριμένη σχέση να στεφθεί από πλήρη αποτυχία. Απεναντίας, να φανταστούμε πόσο πιο ήρεμη θα ήταν η κοινή του ζωή και πόσο πιο ασφαλής θα ήταν η πορεία της. Επομένως, σίγουρα θα πρέπει να υπάρχει κάτι το οποίο να ενώνει αυτούς τους δύο ανθρώπους.

Το ίδιο θα ισχύσει και στα πλαίσια φιλίας. Εδώ τα πράγματα είναι κάπως πιο απλά σε σχέση με την παραπάνω διατύπωση, εφόσον εκλείπει το ερωτικό στοιχείο, αλλά και πάλι επιβεβαιώνεται η γενικότερη άποψη περί ομωνύμων. Άνθρωποι με εντελώς διαφορετικές συνήθειες, ενδιαφέροντα και βιώματα, δύσκολα , ως και καθόλου, συγκλίνουν. Παρόμοιες εμπειρίες τους φέρνουν πιο κοντά, τους ενώνουν κατά κάποιο τρόπο και είναι παράγοντας που τους οικειοποιεί. Αποτελεί το εναρκτήριο λάκτισμα ώστε να γνωριστούν ακόμα περισσότερο και να ανακαλύψουν περισσότερες πτυχές του άλλου. Κι αυτό προκαλεί την ανακούφισή τους εφόσον υπάρχει όντως κάποιος άλλος ο οποίος σκέφτεται περίπου το ίδιο. Δεν μιλώ για απόλυτη ταύτιση, κάτι τέτοιο θα ήταν επίσης αδύνατο. Αναφέρομαι, κυρίως, σε εκείνα ακριβώς τα χαρακτηριστικά, τα όμοια δηλαδή, που επιτρέπουν να εισχωρήσει ο ένας στον κόσμο του άλλου. Κι αυτά αφορούν όλες τις εκφάνσεις τις ανθρώπινης ζωής.

Έτερος εγώ δε σημαίνει κάποιος που είναι εντελώς διαφορετικός από μένα. Θα σημαίνει ότι εγώ ο ίδιος αναγνωρίζω στο «πρόσωπο» του άλλου δικά μου χαρακτηριστικά στοιχεία κι αυτό αποτελεί τον τρόπο ώστε να επέλθει ο διαμοιρασμός κοινών ζωών. Αν όλα και όλοι ήταν εκ διαμέτρου αντίθετα και διαφορετικά μεταξύ τους, τότε θα επικρατούσε χάος, όλοι θα συνδιαλέγονταν με όλους χωρίς την δυνατότητα της επιλογής. Ταυτοχρόνως, καχυποψία, εγωισμός και ανταγωνισμός θα εκμαύλιζε τις ζωές των ανθρώπων εφόσον τελικά θα ένιωθαν μόνοι σε ένα ατέρμονο ανθρώπινο σύμπαν.