Αντώνης Βλάχος
Γράφει ο Αντώνης Βλάχος

Τους τελευταίους δέκα μήνες ζούμε συνεχώς ιστορικές στιγμές. Ίσως αυτό είναι ευχή. Ίσως όμως και κατάρα. Η ζωή αλλάζει ταχύτερα από όσο μπορούμε να την παρακολουθήσουμε. Βέβαια υπάρχει και η αντίθετη άποψη, μια περισσότερο αισιόδοξη, κατά την οποία κάθε αλλαγή κάνει το σύμπαν να κινείται γρηγορότερα. Κι αυτό να έχει νόημα. Αναγκαστικά ενδεχομένως. Υπάρχει, όμως, κάτι το οποίο κάθε φορά που συμβαίνει μας υπενθυμίζει την σοβαρότητα και τη κρισιμότητα της κατάστασης. Μας προσγειώνει, δυστυχώς, σε μια πραγματικότητα που δεν έχουμε επιλέξει, ωστόσο πρέπει οπωσδήποτε να συμβιβαστούμε με αυτήν.

Ο λόγος για εκείνο το «μήνυμα του 112», να μας θυμίζει ξανά και ξανά ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται σε βαθμό μη ελέγξιμο. Η ιστορία έτσι κι αλλιώς επαναλαμβάνεται, κατά πολλούς. Όμως, η συχνότητα που αυτό συμβαίνει τώρα κάποιες φορές ξεπερνάει τα όρια του εφικτού να το προσλάβει ο ανθρώπινος νους. Κι εκεί σημαίνει ο ήχος εκείνος που μας θυμίζει ότι είτε από δικά μας κρίματα είτε από κρίματα των άλλων «ξένων» η κατάσταση εκτροχιάζεται. Νομίζω, τελικά, κανείς από εμάς δεν έχει απαριθμήσει επακριβώς τις συνακόλουθες συνέπειες της καραντίνας. Ούτε μπορεί να τις διανοηθεί. Προσδοκούμε όμως ότι όλος αυτός ο κυκεώνας της πανδημίας κάποια στιγμή θα λάβει τέλος  και ότι θα επιστρέψουμε στις προηγούμενες συνήθειές μας. Συγκρατημένη αισιοδοξία όμως! Πληρώνουμε τα λάθη άλλων και τις παραλείψεις μερικών.

Ως έρμαια μιας τέτοιας κατάστασης, το μόνο που μένει η υπακοή στο γράμμα του νόμου πλέον παραγκωνίζοντας, προσωρινώς, τις επιθυμίες και τις απολαύσεις μας. Προκειμένου να μην χειροτερέψει η κατάσταση και χάσουμε κι άλλους συνανθρώπους μας, αναγκαζόμαστε σε αυτοπεριορισμό. Και μας το υπενθυμίζει για δεύτερη φορά ο υποσυνείδητος πανικός που εξωτερικεύεται στα πρόσωπά μας όταν ακούμε τον «ήχο της καραντίνας». Είναι αξιοπρόσεκτο το πώς αλλάζει η έκφρασή μας. Ενώ, δηλαδή, βρισκόμαστε παθητικοί παρατηρητές της κατάστασης και απολαμβάνουμε την ησυχία μας στον προσωπικό μας χώρο, ακούγοντάς τον, πεταγόμαστε όρθιοι, αφυπνιζόμαστε. Ρόλος του, να μας θέσει προ των ευθυνών μας και να μας ενεργοποιήσει. Πια πρέπει να κάνουμε κάτι. Το ελάχιστο ο καθένας με τη σειρά του. Μήπως κι έτσι επιστρέψουμε σε αυτή την περιβόητη καθημερινότητά μας.

Αξιοπρόσεκτο όμως είναι και το γεγονός ότι αυτή την καθημερινότητα που τόσο θέλαμε να αλλάξουμε με χίλιους δύο τρόπους, τώρα θέλουμε να την επαναφέρουμε και να την κάνουμε το ίδιο βαρετή ή ενδιαφέρουσα όπως και προ πανδημίας. «Πρόσεχε τι εύχεσαι» αναφωνεί ένας αόρατος παρατηρητής της κατάστασής μας. Και πραγματικά, πρέπει να αναλογιζόμαστε τι έχουμε, τι είχαμε, τι κερδίζουμε και τι χάσαμε. Και τότε ηχεί για δεύτερη φορά αυτή η σειρήνα! Αυτή τη φορά τα πράγματα είναι χειρότερα. Αναγκαζόμαστε ξανά να χάσουμε κάτι περισσότερο από αυτά που χάσαμε την πρώτη φορά.

Τη φορά εκείνη την αντιμετωπίσαμε σαν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Ενδεχομένως, να είχε και λίγο την πλάκα της. Άλλες φορές, όχι. Γιατί ο άνθρωπος πλήττει με το να κάνει συνεχώς το ίδιο ή να μην κάνει απολύτως τίποτα. Τότε υπήρξαν και οι στιγμές εκείνες που σωρεύτηκαν τα εγκλήματα και αυξήθηκαν τα φαινόμενα οικογενειακής βίας. Άλλες, πάλι, φορές συγκεντρωθήκαμε γύρω από ένα τραπέζι – που είχαμε καιρό να το κάνουμε – και παίξαμε ένα επιτραπέζιο, φάγαμε όλοι μαζί, νιώσαμε ότι ακόμα τηρείται ο θεσμός της οικογένειας. Από την άλλη, ο εγκλεισμός έδειξε τις πρώτες συνέπειές του: απομόνωση, τάσεις φυγής, συναισθηματικές φορτίσεις, αποξένωση, έξαρση των φαινομένων βίας κάθε είδους και –όταν αυτός έλαβε τέλος- καταστροφή οικογενειών και πληθώρα διαζυγίων.

Γεννώνται , λοιπόν, τα εξής ερωτήματα : έστω ότι σε μία κλίμακα του δέκα (10) η προηγούμενη καραντίνα μας επηρέασε μέχρι λίγο πιο πάνω από τη μέση, τι θα ισχύσει τώρα; Ποιος θα αναλάβει τις ευθύνες του; Πώς θα περιοριστούν οι αρνητικές συνέπειες της; Δεν κάνω λόγο, φυσικά, για τα θετικά που μπορεί να έχει. Εφόσον, άλλωστε, κρίνονται ως τέτοια, λίγη σημασία έχει να σταθούμε σε αυτά. Πώς θα μπορέσουμε να βγούμε όσο το δυνατόν λιγότεροι αλώβητοι από όλη αυτή την κατάσταση;

Πρώτα πρέπει να προβληματιστούμε εμείς. Μετά οι άλλοι. Εμείς για όλους εμάς, χωρίς να περιμένουμε τίποτε κι από κανέναν. Για όλους εμάς και όλοι μαζί, ώστε να ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο το οποίο θα θυμόμαστε και θα γελάμε αργότερα. Σαν μια «μαζική» εμπειρία που θα μεταλαμπαδεύσουμε στις επόμενες γενιές.