Μύρων Ζαχαράκης
Γράφει ο Μύρων Ζαχαράκης

Η Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού διοργανώνει την Κυριακή, 30 Αυγούστου, εκδήλωση στον Γράμμο και στο Βίτσι υπέρ των πεσόντων αξιωματικών. Η ανακοίνωσή της έκανε αρχικά λόγο για «κομουνιστοσυμμορίτες», λέξη που η χρήση της, όπως μαθαίνω, αποτελεί παράνομη, εκτός από ηθικά απαράδεκτη. Για αντικομουνιστική υστερία έκανε λόγο το ΚΚΕ, καλώντας με τη σειρά του σε εκδηλώσεις μνήμης για τη «διάσωση» των παιδιών στον Εμφύλιο. https://vetonews.gr/ellada/item/56082-ekdhlwsh-toy-kke-gia-ton-emfylio-kai-thn-diaswsh-twn-paidiwn-apo-ton-dse Σε πρόσφατο κείμενό μου ισχυρίστηκα ότι ο διχασμός των Ελλήνων παραμένει ισχυρός σήμερα και σχεδόν όλη η πολιτική ιστορία των τελευταίων δεκαετιών θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή ως μια ήπια συνέχισή του.

Ακόμη και σήμερα, γνωστά μου νεαρά άτομα, τα οποία παρότι γνωρίζουν από την ιστορία τη φρίκη των κομουνιστικών δικτατοριών και δεν πιστεύουν καθόλου πια στους πολιτικούς σκοπούς για τους οποίους οι άνθρωποι της Αριστεράς πολέμησαν στον Εμφύλιο, εξακολουθούν να θεωρούν ως ύψιστη πολιτική αρετή την άρνησή τους να ψηφίσουν Δεξιά κόμματα, λόγω μιας προσωπικής ιστορίας του παππού τους. Άσχετα αν στον Εμφύλιο ήταν στην κυβέρνηση ένα κόμμα όχι της Δεξιάς αλλά του Κέντρου, καθώς και ότι το ΚΚΕ του τότε είχε αρκετές σημαντικές διαφορές με το σημερινό ΚΚΕ, όσον αφορά τα πρόσωπα και τις αρχές του. Κάποιοι θέλουν να τιμούν τις ιδεολογικές μάχες και οποιαδήποτε αμφισβήτηση τη θεωρούν ως «αναθεωρητισμό» και «ξέπλυμα» της Ακροδεξιάς και των μαυραγοριτών της Κατοχής. Αντίθετα, η μη Αριστερή πλευρά θεωρήθηκε για χρόνια εκ προοιμίου ανήθικη και σχεδόν δεν της επιτρεπόταν να θρηνεί τα δικά της θύματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία της Ελένης Γκατζογιάννη, της οποίας η προβολή ήταν σχεδόν απαγορευμένη επί δεκαετίες στη χώρα μας. https://www.iefimerida.gr/news/437404/mythistorima-poy-exorgise-tin-aristera-stin-ellada-i-eleni-toy-nikoy-gkatzogianni

Σήμερα όμως ζούμε στο 2020 και δεν έχουμε την πολυτέλεια να αποφεύγουμε άλλο την πραγματικότητα. Ήρθε η στιγμή να πούμε ορισμένα πράγματα με το όνομά τους. Ύστερα από τόσες δεκαετίες, έχει πλέον γίνει φανερή σε όλους μας (πλην μιας δράκας νοσταλγών της Ε.Σ.Σ.Δ.) η ορθότητα της επιλογής μας να παραμείνουμε στο Δυτικό μπλοκ και όχι στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ακόμη και πολλοί από όσους, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, δυσφορούν με τις δυσβάσταχτες συνθήκες της σημερινής οικονομικής ανισότητας και παρασύρονται σε εγκώμια για την πάλαι ποτέ κραταιά Σοβιετική Ένωση, είναι το λιγότερο αμφίβολο αν θα επέλεγαν πραγματικά να ζήσουν υπό τις συνθήκες της. Κατά βάθος, όσο και αν δεν το ομολογούν, οι περισσότεροι εγκωμιαστές των διαφόρων κομουνιστικών καθεστώτων απλώς αποτελούν επικριτές του υπάρχοντος καπιταλιστικού συστήματος εκ του ασφαλούς, μέσα στο πλαίσιο των κρατών δικαίου του Δυτικού κόσμου. Φυσικά, εδώ θα διαφωνήσουν πολλοί. Θα αντιτείνουν τη σημερινή αδικία, την ανισότητα, την μετατροπή των πιο ανίσχυρων κρατών σε αποικίες και τις πράξεις απανθρωπιάς της Δύσης στους πολέμους της Μέσης Ανατολής ή στους βομβαρδισμούς της Σερβίας. Αυτό είναι, χωρίς ασφαλώς να το συνειδητοποιούν, η πιο εύηχη καταδίκη του κομουνιστικού ολοκληρωτισμού. Στην πραγματικότητα, όσοι επικρίνουν τα Δυτικά κράτη για τους παραπάνω λόγους, απλώς φωτογραφίζουν τα ίδια τα κομουνιστικά καθεστώτα, ανεξάρτητα από το θάρρος του να το ομολογήσουν στον εαυτό τους. Η βασική διαφορά είναι ότι ακριβώς λόγω της περιορισμένης πληροφόρησης και αμφισβήτησης που επιτρέπουν, αυτά τα καθεστώτα εξιδανικεύονται και μόνο πολύ αργότερα γίνεται ορατή η φρίκη πάνω στην οποία στηρίχθηκαν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σταλινικό έγκλημα της γενοκτονίας στο δάσος Κατίν της Πολωνίας, ένα γεγονός που παρά τις περίτρανες αποδείξεις των ιστορικών που διαρκώς συσσωρεύονται μπροστά μας και παρά την ίδια την επίσημη αναγνώρισή του από τη Σοβιετική Ένωση μερικές δεκαετίες αργότερα, εξακολουθεί να γίνεται αντικείμενο άρνησης από ορισμένους φανατικούς υποστηρικτές του κομουνισμού εν Ελλάδι. Τα ίδια και ακόμη περισσότερα ισχύουν και για το άλλο άκρο: τους ακροδεξιούς νοσταλγούς απάνθρωπων πρακτικών άλλων εποχών, που ευτυχώς έχουμε αφήσει προ πολλού πίσω μας. Όχι, στον Εμφύλιο δε συγκρούστηκαν «συμμορίτες» με «γερμανοτσολιάδες». Συγκρούστηκαν και σφάχτηκαν Έλληνες με Έλληνες. Φρικτά εγκλήματα και από τις δύο μεριές που είναι καιρός να αφήσουμε πίσω μας, όχι φυσικά με τη σημασία της λησμονιάς αλλά με τη σημασία της υπέρβασης.

Για όλους τους παραπάνω λόγους λοιπόν, δε θα υπήρχε πράξη περισσότερο ιστορικά ορθή σήμερα, από την κοινή παρουσία όλων των παρατάξεων, Αριστερών και Δεξιών στην εκδήλωση προς τιμήν του Γράμμου. Παράλληλα, να τιμηθούν στην ίδια εκδήλωση και οι νεκροί της Αριστεράς παράταξης, σε μια κοινή εκδήλωση μνήμης. Όπως το 1984, όταν ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος συνάντησε και έσφιξε δημόσια το χέρι του κάποτε αντιπάλου του, Μάρκου Βαφειάδη, και ομολόγησαν από κοινού πως ο Εμφύλιος υπήρξε ένα τραγικό σφάλμα, με θύματα αξιόλογους Έλληνες τόσο από τον Εθνικό Στρατό όσο και από τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδος. Ακόμη και το ΚΚΕ θα μπορούσε να μετέχει σε αυτό, αντί να πραγματοποιεί εκδηλώσεις μνήμης υπέρ του παιδομαζώματος. Αυτό θα ήταν το ηχηρότερο μήνυμα υπέρ της εθνικής ομοψυχίας και της εγκατάλειψης όλων των ακροδεξιών και εμφυλιοπολεμικών συνθημάτων μίσους, που δυστυχώς ακόμη αναπαράγεται, συνεχίζοντας να δηλητηριάζει τις νεότερες γενιές και να ευνοεί το ιστορικά επαναλαμβανόμενο φαινόμενο του διχασμού των Ελλήνων.