Θανάσης Κατσικίδης
Γράφειο ο Θανάσης Κατσικίδης

Έχετε αναλογιστεί ποτέ πως η Ελληνική Πολιτική Σκηνή μπορεί να περιβάλλεται από άτομα δίχως ηθικούς φραγμούς; Η απάντηση είναι Ναι, το έχετε σκεφτεί. Οι νέοι θα είναι καλύτεροι αν αναλάβουν; Το ερώτημα αυτό συναντά το τείχος συγκρούσεων δύο φτιαχτών κόσμων, το κόσμο της «Συντήρησης» και τον κόσμο της «Προόδου», αφού η πόρτα εισόδου στην πολιτική είναι χαραγμένη με τις λέξεις αυτές. Επιλέγοντας το δόγμα της «Προόδου» εισέρχονται οι νέοι πολιτικοί στο κλειστό κλαμπ αυτών που αργότερα θα θεωρούνται οπαδοί του «Τέλους των Εθνών», ενώ αν επιλέξουν το δρόμο της «Συντήρησης» σε γενικές γραμμές, γρήγορα ή αργότερα μετατρέπονται αντιπολιτευτικώς σε «Φασιστόμορφους». Η Ελληνική Πολιτική δε θέλει ανερχόμενες παραφωνίες στα σωθικά της, όσο και να προσπαθεί να πείσει το λαό για το αντίθετο. Το καλούπι υπάρχει, το καλούπι των πομφολύγων και της μηδενικής ουσίας.

Αναζητούμε το σύγχρονο πολιτικό που θα οδηγήσει το λαό στην  αναπτυξιακή και οικονομική εξιλέωση, αλλά μη κρυβόμαστε, παρά τα λάθη του παρελθόντος αναζητούμε ακόμα το «Σωτήρα», αυτόν που όπως άλλωστε πάντα μας προσφέρει μασημένη μία ουτοπία, τον ιδεατό κόσμο που φανταζόμαστε, της ανεξάντλητης ευμάρειας. Ο νέος λοιπόν οφείλει να προσαρμοστεί στο προαναφερθέν καλούπι, αλλιώς το σύστημα ξέρει πως θα τον καθυποτάξει και θα τον εξοστρακίσει με την εύκολη μέθοδο της ετικέτας και του στιγματισμού, αυτής που θα σε βαραίνει είτε επιλέγεις το δρόμο της «Προόδου», είτε το δρόμο της «Συντήρησης», γιατί όσο «Δημοκράτες» και αν αποκαλούμε τους εαυτούς μας, ο δρόμος της αλήθειας τέμνεται με τις προσωπικές φιλοδοξίες και τα συμφέροντα των ολίγων, μεφιστοφελικών ανθρώπων, καθημερινών δε ανθρώπων.

Αναζητείται Ελπίς! Οι νέοι θα αλλάξουν τα δεδομένα στην πολιτική και θα φέρουν τα πάνω-κάτω, όπως έλεγαν παλαιόθεν τα συνθήματα στους δρόμους, ή και όχι. Ισοπέδωση της πολιτικής; Ο νέος που εμπνέεται από την τέχνη της πολιτικής και βρίσκει εαυτόν και σώμα σε αυτόν τον κόσμο οφείλει να έχει μόρφωση πολυσχιδή, μόρφωση που ξεφεύγει από τα όρια των συνοικιακών καφενείων, καθώς και των ιδεολογικών αγκιστρώσεων του παρελθόντος. Δεύτερον, χαρακτήρα και προσωπικότητα που διακατέχονται από αυθορμητισμό ρεαλιστικών αποχρώσεων, υπό την έννοια πως η προσφορά του νέου στην πολιτική δε θα δημιουργήσει ερωτήματα για το περί αντιθέτου. Ακόμα και η πρακτική απειρία πρέπει να είναι οχυρωμένη απέναντι στις σειρήνες της καθυπόταξης, του παλαιού συστήματος, μία οχύρωση που θα προσφερθεί στο νέο από την ίδια την κοινωνία, η οποία οφείλει να κατανοήσει πως οι μέρες του συμφεροντολογικού πάρε-δώσε με τους πλίνθινους της πολιτικής έχουν περάσει στη λήθη και στις αναμνήσεις των γηραιότερων εις χάριν μακροημέρευσης της Ελλάς.

Οι εποχές αλλάζουν, αλλά τα δεδομένα δε μεταβάλλονται. Συνθήματα του παρελθόντος που λοιδορήθηκαν από επαναστατημένα μυαλά στη σκέψη, αλλά όχι στο πορτοφόλι είναι πιο επίκαιρα από ποτέ. Η «Πατρίς», στη δίνη και λαβωμένη από τις οικονομικές αυξομειώσεις ασφυκτιά για οξυγόνο σωτηρίας σε έναν αιώνα που ο ηρωισμός του παρελθόντος κείται μακράν και ο νέος έχει εντρυφήσει στην κλιμακούμενη απαξίωση της, όπως αυτή άλλωστε πραγματώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες. Η «Θρησκεία», έκπτωτη από μεγάλο μέρος του νεανικού φάσματος, μπρος στις ευθύνες των ηγετών της, δε νοείται πλέον ως ευεργετικό και δομικό στοιχείο μιας κοινωνίας που δέχεται επιρροές αλλογενών αφίξεων, αλλά λειτουργεί ως εργαλείο επίκλησης από αυτούς που τη θεωρούν όπιο του λαού. Η «Οικογένεια», η ζωτικότητα της οποίας βοήθησε στη συνεκτικότητα ενός λαού στις «δύσκολες» ώρες του παρελθόντος και στην οικονομική δυσπραγία του παρόντος αμφισβητείται από εκείνους που προωθούν νέα μοντέλα κοινωνικής συμβίωσης. Ο νέος που εντάσσεται στην πολιτική με αναθεωρημένες αυτές τις έννοιες, όχι ως προς τη ρίζα αυτών, αλλά υπό ένα πιο σύγχρονο περιτύλιγμα, οφείλει να βλέπει τους πολίτες που θα υπηρετήσει ως ατομικά στοιχεία μιας επιβιώσασας, ανεξάρτητης και ιστορικής κοινωνίας, όπου η συμβολή της στην παγκόσμια πολιτισμική κληρονομιά δε δικαιολογεί τη συνεχόμενη και πολλές φορές συνειδητής επιλογής/συμπεριφοράς στους πολίτες ως αριθμούς σε μια μάζα ανθρώπων.

Οι πολιτικοί του παρελθόντος με το χάρισμα της αληθοφάνειας, εμπνευστές της σύγχρονης πολιτικής ορθότητας και της εύκολης «ταμπελοποίησης» των μη εκλεκτών, δημιουργούν ακούσια το κίνημα της αντίδρασης από αυτούς που σκέφτονται ανορθολογικά, έξω από τα συνηθισμένα  μακριά από τη λήθη, αγκαλιάζοντας τη μνήμη, με στόχο τη μετάβαση στο μέλλον. Είμαστε αρκετά έτοιμοι για αλλαγές;

Ομιλώντας ως ένας «Φασιστόμορφος» οπαδός του «Τέλους των Εθνών», θέτω ένα ερώτημα: Έχουν θέση οι νέοι στην πολιτική ή θα καταντήσουν και αυτοί αριβίστες; Αφήνω εσάς να επιλέξετε!